Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Τοπική βιώσιμη (αειφόρος) ανάπτυξη

Η βιώσιμη (αειφόρος) ανάπτυξη είναι απόλυτα συνυφασμένη με την σχεδιασμένη και ελεγχόμενη ανάπτυξη, τόσο σε τοπικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο. Έχει ως κύριο μέλημα τη διαφύλαξη του φυσικού τοπίου, της ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς, του φυσικού και του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος. Με λίγα λόγια στοχεύει να παραδώσει στις επόμενες γενιές το φυσικό τοπίο και τους φυσικούς πόρους που κληρονομήσαμε.
Οργανικό στοιχείο της βιώσιμης ανάπτυξης είναι η «φέρουσα ικανότητα» του κάθε νησιού, που υπολογίζεται βάσει συγκεκριμένων μετρήσιμων κριτηρίων και αποτελεί οργανικό στοιχείο της βιωσιμότητας του. Τέτοια κριτήρια είναι π.χ. η χωρητικότητα των παραλιών, η διατήρηση του υδροφόρου ορίζοντα, η διαφύλαξη του τοπίου και του φυσικού ανάγλυφου κλπ.
Η βιώσιμη ανάπτυξη που επιζητούμε θέτει όρους και όρια στα μεγέθη και στη μεγέθυνση. Δεν είναι συμβατή με την εκτατική ανάπτυξη και τη διαρκή μεγέθυνση των δεικτών όπως κατανάλωση ενέργειας, νερού, δόμηση, κυκλοφοριακός φόρτος, όγκος απορριμμάτων και λυμάτων, ανεξέλεγκτο μέγεθος έργων υποδομής (αεροδρόμια, λιμάνια, οδικοί άξονες, διανοίξεις δρόμων κ.α.).
Σ' αυτή τη λογική δεν μπορούμε να αποδεχθούμε οικιστικές επεκτάσεις χωρίς σχέδιο, δόμηση έξω από σαφείς κανόνες και όρους (σύμφωνα και με τις αντίστοιχες χρήσεις της γης), μοντέλα ενεργοβόρου ζήτησης και κατανάλωσης, ανεξέλεγκτες γεωτρήσεις και αλόγιστη σπατάλη νερού, καλύψεις ρεμμάτων και ποταμών, μεγάλα έργα που δεν σέβονται το φυσικό τοπίο και τη φέρουσα ικανότητα.
Υποστηρίζουμε τη βιώσιμη ανάπτυξη του νησιωτικού χώρου, γιατί είναι η μόνη επιλογή που εξασφαλίζει μακροπρόθεσμα εισόδημα, απασχόληση, στήριξη της τοπικής οικονομίας και κοινωνίας. Το αντίθετο, η αλόγιστη μεγέθυνση οδηγεί στην κατασπατάληση των πόρων, στην καταστροφή του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, στην αλλοίωση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Οδηγεί στην αλλοίωση και καταστροφή των συγκριτικών πλεονεκτημάτων του αιγαιοπελαγίτικου νησιωτικού συμπλέγματος, οδηγεί βαθμιαία στην απαξίωση του χώρου και στην περαιτέρω υποβάθμιση του. Σε τελευταία ανάλυση μετατρέπει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα σε μειονεκτήματα, με συνέπεια την απαξίωση του χώρου ακόμα και ως τουριστικού προορισμού.
Η παραπάνω διαπίστωση επιβεβαιώνεται και με αριθμούς. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, ενώ από το 1998 έως το 2004 οι τιμές του Ακαθάριστου Περιφερειακού Προϊόντος, σε σχέση με τον μέσο όρο της χώρας κυμαίνονταν από 107% έως 119%, το 2005 η τιμή του ΑΠΠ, υποχώρησε για πρώτη φορά κάτω από τον μέσο όρο στο 98%, ενώ συνεχίστηκε η πτώση και για το 2006, όπου σε σχέση με τον μέσο όρο της χώρας ανήλθε μόλις σε 96%. Είναι ανάγκη να γίνει κατανοητό ότι τα έργα υποδομής από μόνα τους δεν παράγουν εισόδημα. Αν δεν υπάρξει αύξηση της παραγωγής σε όλους τους τομείς, παραγωγή νέων προϊόντων και νέων μεθόδων παραγωγής, που θα δώσουν και νέες θέσεις εργασίας, τότε η αντιστροφή της αναπτυξιακής πορείας θα συνεχιστεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου