Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

Τα διασταυρούμενα μονοπάτια της μετανάστευσης και το σπίτι ανάμεσα

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα των Μεταναστών (18/12), διαβάστε ένα άρθρο για τις ιστορίες των αλλεπάλληλων μετακινήσεων που διαμορφώνουν την ιστορία της χώρας, καθώς και τις γειτνιάσεις, τις συναντήσεις και τους κοινούς βηματισμούς διαφορετικών ανθρώπων
Τα χέρια του κινούνται αριστοτεχνικά πάνω στα αναμμένα κάρβουνα. Η ίδια τελετουργία κάθε βράδυ από τις πέντε και μετά, και για όσο πάρει. Οι σκουρόχρωμοι τοίχοι γύρω είναι στολισμένοι με λιγοστά κειμήλια από τον τόπο του. Κάθε τόσο, η πόρτα ανοίγει. Δε μπαίνουν μόνο πελάτες, μερικοί είναι γείτονες ή περαστικοί. Σταματούν να πουν μια καλησπέρα. Όπως η κυρία Ελένη, Ελληνίδα γεννημένη στο Σουδάν, που μένει στη διπλανή πολυκατοικία: “Τα δικά μου παιδιά φύγανε, μένουν στα Βριλήσσια, μήπως τα βλέπω καθόλου; Όλη μέρα κάθομαι μόνη μου, παρέα με την τηλεόραση, ευτυχώς που είναι και τούτοι οι άνθρωποι εδώ, και έρχομαι και λέω μια κουβέντα.”

Οι περισσότεροι θαμώνες γνωρίζονται πια μεταξύ τους. Οι νοστιμιές που φτιάχνει ο Σινάν έχουν αποκτήσει φήμη, τα υλικά είναι πάντα φρέσκα και καλοδιαλεγμένα, ζυμωμένα στο χέρι και μαγειρεμένα με τις συνταγές που έφερε μαζί του από παλιά βιβλία της πατρίδας του, από τη μητέρα του, τις θείες και τις γιαγιάδες του. Η μαστοριά του όμως είναι στο ψήσιμο. Το κρέας κόβεται όπως πρέπει για να μην σκληρύνουν οι ίνες, μαρινάρεται, κι έπειτα παραδίνεται στη φωτιά. “Το χάρισμά μου εμένα ήτανε στα χέρια μου” λέει, “μόνο που αντί να χειρουργώ, όπως ήθελα, τώρα ψήνω… Με τα χέρια και το ένα, με τα χέρια και το άλλο.”

Το χέρι που χτίζει

Όταν πρωτοέφυγε από το Ντιγιάρμπακιρ για την Ιστανμπούλ, “την Κωνσταντινούπολη δηλαδή” εξηγεί, ήταν για να φοιτήσει στην Ιατρική Σχολή. Μαζί με τις νέες γνώσεις, ήρθαν και οι νέες ιδέες, οι αγωνίες και οι αγώνες. Πριν ολοκληρωθούν οι σπουδές του, είχε εμπλακεί στον Κουρδικό αγώνα, είχε συλληφθεί, φυλακιστεί και βασανιστεί, είχε δραπετεύσει πηδώντας από το δεύτερο όροφο του αστυνομικού τμήματος, είχε περάσει στην παρανομία και είχε καταφέρει να φυγαδευθεί στην Ελλάδα, όπου πήρε πολιτικό άσυλο. Λίγο καιρό αργότερα, η γυναίκα του τον ακολούθησε. Στην Ελλάδα την φωνάζουν Ανθούλα, από το Τσιτσέκ, που σημαίνει “λουλούδι”. Απέκτησαν δύο κόρες που τώρα έχουν ενηλικιωθεί, και έναν γιο. Κι όσο όλα τα υπόλοιπα με τον καιρό ξέφτιζαν, ο ένας έγινε για τον άλλο τα πάντα: πατρίδα, πίστη, οικογένεια, το διπλανό δάχτυλο στην ίδια χούφτα.

Τα παιδιά μπορεί να έφεραν ένα σωρό χαρές, αλλά έδιωξαν μακριά την ελπίδα του Σινάν να γίνει μια μέρα χειρούργος. Οι ανάγκες της επιβίωσης στον καινούριο τόπο πήραν τα ηνία. “Προσπάθησα τον πρώτο καιρό, αλλά μετά δε γινόταν εγώ να μελετάω και τα παιδιά να μην έχουν γάλα” λέει. “Τί πειράζει; Να είμαστε καλά, τα παιδιά να είναι γερά, και τα παιδιά όλου του κόσμου…” Σκύβει με χειρουργική προσήλωση πάνω στα φημισμένα του κεμπάπ, κρατώντας τη λαβίδα. Η παιδική σπίθα που ανάβει στα μάτια του σκεπάζεται κάθε τόσο από ένα σύννεφο μελαγχολίας. Δυσκολεύεται να μιλήσει. Έτσι είναι η ζωή. Καμιά φορά έρχεται αλλιώς.

Ο κ. Ισίδωρος μπαίνει πάνω στην ώρα. “Εγώ να σου πω για τον Σινάν και την Ανθούλα. Ξέρεις τί θα πει καρδιά-χρυσάφι; Αυτό είναι. Περνάω κάθε τόσο να κουβεντιάσουμε, τα λέμε μεταξύ μας στα τούρκικα…” Γεννημένος και μεγαλωμένος στην πόλη που ο Σινάν εγκατέλειψε, ήρθε κι αυτός στην Ελλάδα διωγμένος. Άλλη εποχή, για διαφορετικούς λόγους, αλλιώτικες συνθήκες: “θυμάμαι τα σπασμένα τζάμια παντού, τα μαγαζιά ρημαγμένα, σκληρά πράματα…” Οι ξεριζωμοί έχουν όλοι θαμμένες μνήμες, πόνο και νοσταλγία. Έχουν – ευτυχώς – και παρόμοια αντίδοτα: κυρίως ελπίδα (που δε σβήνει, ακόμα κι όταν δεν καταφέρνει να στεριώσει) και συντροφικότητα (έστω και προσωρινή, ή κατά συνθήκη). Και γέλιο, μπορεί πικρό, αλλά σωτήριο. Και άλλα πολλά, που ακόμα κι αν δεν είναι κατανοητά από τους άλλους, τα ξέρουν αυτοί μεταξύ τους. Όχι από ιδεολογική σύγκλιση αλλά μέσα στη ροή της καθημερινότητας. Εκεί που τα βήματα τους συναντιούνται, και η ζωή του καθενός υφαίνεται μέσα στη ζωή του άλλου.

Η φασαρία από το δρόμο ακούστηκε λίγο μετά. Πετάχτηκαν όλοι έξω να δουν τι γίνεται. “Δεν είναι πρώτη φορά” λέει μουδιασμένη η Ανθούλα. “Τις προάλλες κάποιος πέταξε μια πέτρα και μας έσπασε το τζάμι… Ποιός ξέρει τί θα γίνει;”

Το χέρι που γκρεμίζει

Εκείνη τη φορά ήταν τελικά χούλιγκανς. Οι μεγάλες ομάδες της πόλης συνέχιζαν τον αγώνα έξω από τα γήπεδα. Από εκείνο το βράδυ πάει τώρα πάνω από χρόνος. Κανείς δεν φανταζόταν τί θα ακολουθήσει. Ήδη είχε αρχίσει να εκτυλίσσεται ο ιδιότυπος πόλεμος μιας νεφελώδους “εθνικής” κυριαρχίας, χωρίς μπάλες πια και ποδοσφαιρικά σύμβολα. Εξέλιξη του προηγούμενου, απόσχιση, παραφυάδα ή κάτι καινούριο, με χαρακτηριστικά εντελώς διαφοροποιημένα; Η βία, αν μη τί άλλο, ανοίγει δρόμους. Επίσης, απαντιέται με βία. Και μετά τί; Τί γίνεται όταν ο δρόμος της διχόνοιας ανοίγει εκεί που κλείνει ένας δρόμος συνύπαρξης;

Εκεί ακριβώς που συναντιούνται τα βήματα διαφορετικών μεταξύ τους ανθρώπων, χάθηκε ίσως η σημαντικότερη ευκαιρία. Όταν δεν αναδείχθηκε επαρκώς η σημασία των διασταυρούμενων μονοπατιών του Σινάν και του Ισίδωρου. Της Τσιτσέκ και της Ελένης. Και μαζί τόσων άλλων Ελλήνων της διασποράς, της προσφυγιάς και των ξεριζωμών, με αυτά των σημερινών μεταναστών και προσφύγων. Όταν οι ιστορίες τους δεν συνδέθηκαν ξεκάθαρα στη συνείδησή μας. Όταν δε βάλαμε τη μια δίπλα στην άλλη. Όταν δεν δημιουργήθηκε μια “αλυσίδα αλληλεγγύης” ανάμεσα στους παλιούς και τους νέους πρόσφυγες, παρά τον διαφορετικό εννοιολογικό ορισμό τότε και τώρα. Όταν δεν φωτίστηκαν τα κοινά βιώματα ανάμεσα στις διαδρομές της δικής μας, παγκόσμιας διασποράς, και των ανθρώπων που βρέθηκαν να ζουν στην Ελλάδα μαζί μας. Όταν δεν ενισχύθηκε η ζωτικότητα του ιστού που υφαίνεται όχι μόνο ανάμεσα στις διαφορετικές – αλλά και τόσο όμοιες – ιστορίες που ο καθένας κουβαλάει, αλλά και στα καθημερινά βιώματα. Όταν δεν προωθήθηκε η ουσιαστική ένταξη όσων επιδιώκουν τη νομιμότητα και την προκοπή, σε μια κοινωνία-κυψέλη δημιουργικότητας και συνύπαρξης. Όταν η κοινωνική συνοχή έμεινε στις εξαγγελίες και τα σχέδια δράσης των εκάστοτε πολιτικών χωρίς πολιτική.

Εκεί που δεν μπήκε η κόλλα που στερεοποιεί τον ιστό μιας κοινωνίας, φύτρωσε ο φόβος. Όχι πάντα δικαιολογημένος, ούτε πάντα αδικαιολόγητος, αλλά συχνά από άγνοια. Κι απ´την απέναντι όχθη ήρθαν οι εύκολοι αφορισμοί, και κάπως έτσι σιγά σιγά, βρεθήκαμε εν θερμώ να παίρνουμε πλευρές, και να κοιταζόμαστε καχύποπτα μεταξύ μας. Τα αυγά του φιδιού άλλωστε, δεν επωάζονται μόνο σε σκοτεινά υπόγεια με ναζιστικά σύμβολα, αλλά και μέσα στην αδιαφορία. Όχι μόνο των απλών πολιτών αλλά και της ίδιας της πολιτείας, των αμέτρητων πολιτιστικών και μορφωτικών ιδρυμάτων, οργανώσεων, φορέων και ινστιτούτων, καθώς και όσων είδαν τη “μετανάστευση” σαν αφορμή για ημερίδες, φεστιβάλ και συνέδρια και όχι σαν πρόκληση για το μέλλον και ευκαιρία να αναλογιστούμε ποιοί είμαστε, τί θέλουμε και σε τί κοινωνία επιθυμούμε να ζούμε.

Ακόμη κι αν μας “ξενίζει” ο όρος μετά-μετανάστες, ή η φράση “είμαστε όλοι μετανάστες”, όλοι έχουμε στις οικογενειακές μας ιστορίες διαδρομές περίπλοκες. Ποιό σπίτι δεν έχει μέσα στο σεντούκι του μια δική του ιστορία μετακίνησης από έναν τόπο σ´έναν άλλο, έναν δικό του “στην ξενιτειά”, ή έναν δικό του “ξένο”; Η ιστορία κάθε μακρινού “δικού” μας, ρίχνει διαφορετικό φως πάνω στον “άλλο” δίπλα μας. Σε ποιά τάξη άραγε την διδαχτήκαμε αυτή την ιστορία;

Αν την είχαμε, ίσως κατορθώναμε να αφουγκραστούμε την αντήχηση μιας ιστορίας περίπλοκης και ελικοειδούς, διάστικτης από μετακινήσεις από και προς την Ελλάδα, τότε και τώρα. Ίσως καταφέρναμε να αναστοχαστούμε και να δημιουργήσουμε ένα αλλιώτικο, συναρπαστικό αφήγημα που να περιλαμβάνει όλους εμάς αλλά και τους άλλους: την πλευρά των άλλων αλλά και τους δικούς μας “άλλους”. Και πάνω του να οικοδομήσουμε μια κοινωνία που να προσβλέπει στη συμμετοχή και την ένταξη, και όχι στους διαχωρισμούς και τον αποκλεισμό. Ίσως έτσι να μη χρειαζόταν να διαστρεβλώνουμε τα ονόματα αρχαίων θεών βαφτίζοντας την δίωξη “φιλοξενία”, ούτε να οπισθοδρομούμε στο νόμο για την ιθαγένεια και τα πολιτικά δικαιώματα των μεταναστών. Τί προστατεύουμε έτσι και σε τί βάζουμε φωτιά; Ποιό βλαστάρι κόβουμε και ποιό αφήνουμε να βλαστήσει; Ποιά κοινωνία οραματιζόμαστε και ποιά οικοδομούμε;

Το κλέος του παρελθόντος που πολλοί επικαλούνται, μετράει αμέτρητα κενά, ήττες, φευγιά, ξεριζωμούς, ιστορίες χιλιοειπωμένες και άλλες ανείπωτες. Σ´αυτά τα “κενά”, στα ξέφωτα της ιστορίας, συναρθρώθηκαν μερικές από τις δομικές έννοιες του αξιακού μας συστήματος: ο μόχθος που χρειάζεται για να χτιστεί κάτι από την αρχή, η αγωνιστικότητα, το φιλότιμο και η αλληλεγγύη. (Όχι πάντα από μόνες τους, αλλά και σαν αντίδοτο στον εγωκεντρισμό, τη διαφθορά και τη διχόνοια…) Στις δύσκολες στιγμές της ανέχειας, της ξενιτειάς και των διωγμών βρίσκονταν – και επανεφευρίσκονταν – αυτά, και όχι στις άλλες, τις τρυφηλές, των παχιών αγελάδων. Άλλωστε η χώρα φτιάχτηκε όχι μόνο απ´αυτούς που έμειναν, αλλά και από αυτούς που έφυγαν και μόχθησαν μακριά, όπως και από αυτούς που ήρθαν. Και κυρίως από τους ισχυρούς δεσμούς που δημιουργούνται και ανατροφοδοτούνται μέρα με τη μέρα στους κοινούς βηματισμούς και στα μονοπάτια που διασταυρώνονται. Ίσως το κοινωνικό κεφάλαιο που βρίσκεται εκεί να είναι σημαντικότερο από τα ομογενειακά ομόλογα που κατά καιρούς προσμένουμε. Ίσως ακόμα και η ίδια η έννοια της ένταξης, να είναι κάτι που ο ελληνισμός βίωσε περισσότερο στην παγκόσμια διασπορά, ανάμεσα στους “άλλους”, από ότι μέσα στην Ελλάδα, με τους “άλλους” ανάμεσα.

Οι καλύτερες στιγμές της ιστορίας μας, όπως και των περισσότερων λαών, ήταν πάντα με ανοιχτά – έστω και πληγωμένα – τα φτερά στον κόσμο, παρά μέσα σε κουκούλι απομόνωσης και αποστείρωσης. Στην οικουμενική διάσταση της διασποράς, και όχι στη μίζερη και άγονη εσωστρέφεια. Όταν ανοίγουμε νέους δρόμους μέσα κι έξω από τα σύνορά μας, και όχι όταν, αναπολώντας, περιφρουρούμε τα κεκτημένα μας.

Η ιστορία που επιλέγουμε να αφηγηθούμε συνδέεται άρρηκτα με το είδος της κοινωνίας που οικοδομούμε για να ζήσουμε. Το χέρι χτίζει και δημιουργεί, αλλά και το χέρι γκρεμίζει και καταστρέφει. Όπως λέει και ο Σινάν, με το χέρι και το ένα, με το χέρι και το άλλο.

Της Ναντίνα Χριστοπούλου, ανθρωπολόγου και γεν. γραμματέα του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες

(*Ο τίτλος προέρχεται από το κείμενο του Jorge Luis Borges: El jardín de senderos que se bifurcan, 1941. Ορισμένα από τα ονόματα που αναφέρονται είναι αλλαγμένα.)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου